διασημότητα

διασημότητα
η
1. το να είναι κανείς διάσημος.
2. διάσημο πρόσωπο: Στους Ολυμπιακούς, τη χώρα μας επισκέφθηκαν πολλές ξένες διασημότητες.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • διασημότητα — η 1. η ιδιότητα τού διάσημου 2. επιφανής προσωπικότητα, μεγάλη φυσιογνωμία …   Dictionary of Greek

  • αυτόγραφος — η, ο (AM αὐτόγραφος, ον) Ι. ο γραμμένος με τα ίδια τα χέρια κάποιου, ιδιόχειρος II. το ουδ. ως ουσ. το αυτόγραφο (Α τὸ αὐτόγραφον) 1. νεοελλ. α) κείμενο ή κείμενα γραμμένα ιδιοχείρως από επιφανή προσωπικότητα β) η υπογραφή ή σύντομο ιδιόχειρο… …   Dictionary of Greek

  • σταρ — ο, η, Ν άκλ. 1. διάσημος ηθοποιός ή άλλος καλλιτέχνης 2. το θηλ. πρώτη νικήτρια σε διαγωνισμό ομορφιάς («σταρ Ελλάς») 3. φρ. «σταρ σύστεμ» το σύνολο τών μεθόδων ανάδειξης ενός ηθοποιού ή καλλιτέχνη σε διασημότητα με τη διαφημιστική προβολή του.… …   Dictionary of Greek

  • φίρμα — η, Ν 1. εμπορικός ή βιομηχανικός οίκος 2. μτφ. α) γνώρισμα ορισμένης προελεύσεως·β) (για πρόσ.) διασημότητα («είναι φίρμα τού κινηματογράφου»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. firma < ρ. firmare < λατ. firmo «στερεώνω» < firmus «στέρεος, σταθερός»,… …   Dictionary of Greek

  • Αντρέα ντελ Καστάνιο — (Andrea del Castagno, Καστάνιο ιν Μουτζέλο 1421 ; – Φλωρεντία 1457). Ιταλός ζωγράφος. Νεότατος ακολούθησε τις ζωγραφικές αντιλήψεις που είχαν διαδώσει στη Φλωρεντία ο Ντονατέλο και ο Μαζάτσιο. Το παλαιότερο σωζόμενο έργο του είναι οι νωπογραφίες… …   Dictionary of Greek

  • Γουίλιαμς, Ρόμπιν — (Robin Williams, Σικάγο 1952 –). Αμερικανός ηθοποιός. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Καλιφόρνια, αλλά το ταλέντο του τον έστρεψε στην υποκριτική. Υπερκινητικός, μίμος, ετοιμόλογος και διασκεδαστής, έγινε ο αγαπημένος ηθοποιός μικρών και… …   Dictionary of Greek

  • Κονστάν, Μπενζαμέν — I (Henri Benjamin Constant de Rebecque, Λoζάνη 1767 – Παρίσι 1830). Γάλλος πολιτικός και συγγραφέας, ελβετικής καταγωγής. Σπούδασε σε γερμανικά και αγγλικά πανεπιστήμια. Μετά τη Γαλλική επανάσταση, την οποία αναγνώρισε ως θετικό ιστορικό γεγονός …   Dictionary of Greek

  • Πίκφορντ, Μέρι — (Pickford, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Γκλάντις Μέρι Σμιθ). Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου καναδικής καταγωγής (Τορόντο 1893). Αφού γνώρισε κάποια επιτυχία στο θέατρο, όπου πρωτοέπαιξε σε ηλικία πέντε ετών, το 1909… …   Dictionary of Greek

  • Τζόλσον, Αλ — (Jolson, Πέτρογκραντ 1886 – Σαν Φραντσίσκο 1950). Καλλιτεχνικό όνομα του ηθοποιού του κινηματογράφου Άσα Γιόελσον. Παιδί ακόμα στη Νέα Υόρκη, δούλεψε ως τραγουδιστής του μιούζικ χολ και έφτασε στη διασημότητα με το πρώτο φιλμ που είχε ήχο και… …   Dictionary of Greek

  • φυσιογνωμία — η 1. το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων προσώπου ή πράγματος, η έκφραση, η όψη, η μορφή, η εξωτερική εμφάνιση: Η στρατιωτική άσκηση είχε φυσιογνωμία μάχης. 2. ξεχωριστή προσωπικότητα, σπουδαίο πρόσωπο, διασημότητα: Αυτός δεν είναι όποιος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”